«Κωνσταντίνα: Το πιο απαιτητικό στον ρόλο της Κέιτ είναι ότι καλείται να πνίξει το συναίσθημά της. Ενώ βιώνει έντονη φόρτιση, επιλέγει να την καλύψει με απλά, καθησυχαστικά λόγια για να προχωρήσει τη συζήτηση. Υποκριτικά, η δυσκολία βρίσκεται στο να κρατάω αυτή την ένταση εσωτερική και ελεγχόμενη, αφήνοντάς την να φανεί μόνο μέσα από μικρές ενδείξεις. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα σε αυτό που νιώθει και σε αυτό που δείχνει είναι το πιο απαιτητικό αλλά και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του ρόλου.
Γωγώ: η διαχρονικότητα του έργου φαίνεται στα θέματα που πραγματεύεται, όπως οι ανθρώπινες σχέσεις, οι κοινωνικοί περιορισμοί, τα όνειρα και οι δυσκολίες της καθημερινής ζωής. Παρόλο που η ιστορία τοποθετείται σε μια άλλη εποχή, συνεχίζει να συγκινεί και να προβληματίζει, γιατί αγγίζει ζητήματα που εξακολουθούν να απασχολούν την κοινωνία. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη που είχα την τύχη να είμαι η Μάγκι!!!
Κωνσταντίνα: Η μεγαλύτερη δυσκολία για μένα στις πρόβες ήταν ότι είχα να διαχειριστώ πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Εκτός από τον ρόλο μου, ασχολήθηκα και με τη μουσική επένδυση και τις χορογραφίες, οπότε έπρεπε συνεχώς να αλλάζω “ματιά” – από ερμηνεύτρια σε δημιουργό. Παράλληλα, υπήρχε και η συνεργασία με τον σύντροφό μου μέσα σε όλο αυτό, που είναι κάτι πολύ όμορφο αλλά και απαιτητικό, γιατί χρειάζεται να κρατάς μια ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και το επαγγελματικό. Όλα αυτά μαζί ήταν μια πρόκληση, αλλά και μια πολύ δημιουργική εμπειρία.
“Καλούμε τους θεατές να παρακολουθήσουν δύο μέρες από τη ζωή της οικογένειας Μάντυ”
« Στον ατμοσφαιρικό Πίσω Χώρο του θεάτρου, καλούμε τους θεατές να παρακολουθήσουν δύο μέρες από τη ζωή της οικογένειας Μάντυ. Πέντε γυναίκες, βαθιά καταπιεσμένες από τις κοινωνικές συνθήκες της επαρχιακής Ιρλανδίας, που ενδόμυχα αναζητούν την έκφραση και την ελευθερία. Ένας άντρας που γνώρισε την απόλυτη ελευθερία και του την πήραν πίσω βίαια.
Ένας νέος, που δεν άφησε ποτέ τα πόδια του να βγάλουν ρίζες και καβαλά την ζωή σαν κύμα. Όλα αυτά μέσα από τα μάτια και τις αναμνήσεις ενός παιδιού που κατάφερε να αποδράσει από το μέρος που εγκλωβίστηκαν οι προηγούμενες γενιές.
… Υποδύομαι την Κρις. Την νεαρότερη αδελφή του σπιτιού, η οποία έφτασε πιο κοντά από όλες στο να κάνει την επανάσταση της, όμως οι καρποί που απέδωσε αυτή η επανάσταση ήταν γλυκόπικροι.
… Πολλές φορές ο κύριος Δαφνής λειτούργησε ως δάσκαλος εκτός από σκηνοθέτης. Ήταν σπουδαίο για μένα αυτό στα πρώτα μου βήματα μετά την αποφοίτηση. Έχει ξεκάθαρο όραμα και βαθιά γνώση της τέχνης που παλεύουμε να κάνουμε, κάτι που σπανίζει στις μέρες μας.
… Η κάθε παράσταση έχει το μοναδικό της αποτύπωμα να προσφέρει στους ανθρώπους που επιλέγουν να επενδύσουν τον χρόνο τους σε αυτή. Επιτυχία είναι να υποστηρίζουμε αυτή τη μοναδικότητα.»
Τρεις συντελεστές του «Χορεύοντας στη Λούνασα» απαντούν στo PIRAEUS PRESS
Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» του Ιρλανδού συγγραφέα Brian Friel, από τα σημαντικότερα έργα του 20ου αιώνα ζωντανεύει στον «Πίσω Χώρο», του Θεάτρου Κάτω απ’ τη Γέφυρα. Τρεις συντελεστές της παράστασης, ο Νίκος Δαφνής που υπογράφει την σκηνοθεσία, η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου με διττό ρόλο, στην μουσική-χορογραφία και στην διανομή και η Μαρουσώ Γεωργοπούλου, ηθοποιός που πρωταγωνιστεί σε αυτήν, μιλούν στο PIRAEUS PRESS.
Κωνσταντίνα: Tαυτίζομαι με την αίσθηση ευθύνης που πολλές φορές γίνεται προσωπική φυλακή. Με εκείνη τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δύναμη και στην καταπίεση του εαυτού. Η Κέιτ είναι ένας άνθρωπος που αγαπά βαθιά, αλλά δεν ξέρει πώς να το εκφράσει χωρίς να διακινδυνεύσει την ισορροπία που έχει χτίσει.
… Επέλεξα η κίνηση να γεννιέται οργανικά από τις εσωτερικές εντάσεις των προσώπων. Να μοιάζει σαν κάτι που τις κυριεύει, όχι σαν κάτι που αποφασίζουν. Γιατί σε αυτό το έργο, η μουσική είναι μνήμη, επιθυμία, καταπίεση και ελευθερία μαζί.
Μαρουσώ: Η Άγκνες στο «Χορεύοντας στη Λούνασα» είναι ένας πολύ ιδιαίτερος ρόλος. Μου άρεσε η σιωπή της και άκουσα όσα δε λέει… Και όταν ένας ηθοποιός «ακούει» αυτά που δε λέγονται, τότε ο ρόλος ζωντανεύει πραγματικά.
Προσπαθώ, λοιπόν, να μεταφέρω στο κοινό όσα δε λέγονται. Η Άγκνες έχει μια εσωτερική φωτιά. Σπάνια ξεσπά, αλλά όταν το κάνει, το κοινό πρέπει να το νιώθει σαν αποκάλυψη. Αν ήθελα να της βάλω στο στόμα κάποια λόγια που δεν έχει γράψει ο Φρίελ θα έλεγε: «Στη σιωπή κρύβεται η αλήθεια μου κι εκεί βρίσκω ελευθερία».
Νίκος: Οφείλω να ομολογήσω πως θεωρώ αφέλεια να ενοχοποιούμε (γενικώς) την «κοινωνία» για όλα.
… Οι απαιτήσεις στη «Λούνασα» είναι τέτοιες που έπρεπε πολλά πράγματα να συγκλίνουν. Και το πιο σημαντικό: Ένας θίασος που να αποτελείται από ηθοποιούς, όχι μόνο ΠΟΛΥ καλούς, αλλά και να λειτουργούν σαν ομάδα.
Μαρουσώ Γεωργοπούλου: “Το θέατρο διδάσκει, διαμορφώνει, εξελίσσει και εν τέλει μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.”
«Χορεύοντας στη Λούνασα» του Brian Friel στο «Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα» σε σκηνοθεσία Νίκου Δαφνή, κάθε Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 20:00. Είμαι πολύ ενθουσιασμένη που συμμετέχω σ’ αυτό το υπέροχο ανέβασμα ενός από τα πιο σημαντικά και πολυβραβευμένα σύγχρονα θεατρικά έργα, με πολύ αγαπημένους συναδέλφους.
Το έργο διαδραματίζεται στην Ιρλανδία του 1936 και αφηγείται, μέσα από την οπτική ενός αφηγητή, τη ζωή πέντε αδελφών που ζουν μαζί σ’ ένα μικρό χωριό.
Εγώ υποδύομαι την Άγκνες που είναι ένας πολύ ιδιαίτερος ρόλος. Σιωπηλή και εσωστρεφής, με έντονο εσωτερικό κόσμο, πλέκει γάντια για να βγάζει τα προς το ζην. Μέσα της κουβαλά καταπίεση, ανεκπλήρωτες επιθυμίες και μια βαθιά ανάγκη για αγάπη και διαφυγή. Μια φωτιά που σπάνια ξεσπά αλλά όταν το κάνει, το κοινό το νιώθει σαν αποκάλυψη. Η σχέση της με την αδελφή της Ρόουζ, δείχνει τη φροντίδα και την τρυφερότητά της, ενώ η σιωπή της συχνά μιλά περισσότερο από τα λόγια.
Κουβεντιάζοντας με την Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου
«Το “Χορεύοντας στη Λούνασα” δεν κραυγάζει, ψιθυρίζει. Και μέσα σε αυτούς τους ψιθύρους κρύβεται μια συγκλονιστική δύναμη.
…Είναι για μένα μεγάλη χαρά που επιστρέφω με αυτό το έργο.
Η Κέιτ είναι η μεγαλύτερη από τις αδελφές και, για μένα, είναι η ραχοκοκαλιά της οικογένειας. Είναι η γυναίκα που έχει αναλάβει την ευθύνη για όλες – πρακτικά, οικονομικά, ηθικά.
…Όσον αφορά τον χορό και τη μουσική – που υπογράφω και επιμελούμαι – για μένα αποτελούν τον εσωτερικό παλμό του έργου. Έχουν έντονη δραματουργική σημασία. Δεν
λειτουργούν απλώς ως αισθητικό στοιχείο, αλλά ως στιγμή απελευθέρωσης. Είναι η έκρηξη ζωής μέσα σε μια καταπιεσμένη καθημερινότητα. Εκεί που οι λέξεις δεν φτάνουν, το σώμα και ο ρυθμός παίρνουν τον λόγο. Είναι οι στιγμές ελευθερίας των ηρώων – και ίσως οι πιο αποκαλυπτικές.
… Η Ιρλανδία του 20ού αιώνα, όπως τη βλέπουμε στο έργο του Brian Friel, είναι μια κοινωνία με έντονες προσδοκίες, θρησκευτική επιρροή και αυστηρούς ρόλους. Στην Ελλάδα του 2026 τα πράγματα είναι σαφώς διαφορετικά· όμως εξακολουθούμε να μεγαλώνουμε με «πρέπει», με φόβους για το πώς θα μας δει η κοινωνία, με αγωνία για την επιβίωση και την αποδοχή. Οι μορφές αλλάζουν, αλλά ο εσωτερικός διχασμός παραμένει: τι οφείλω να κάνω και τι πραγματικά θέλω να ζήσω. »
Η Ελένη Δαφνή, μας μιλάει για το θέατρο, τον χώρο μέσα στο οποίο μεγάλωσε, από τα παιδικά της χρόνια στα καμαρίνια, μέχρι την πορεία της ως δημιουργός που αναζητά ελευθερία και αληθινή συνεργασία.
Αναφέρεται στη θέση της γυναίκας στη σκηνή, στη μετάβαση από την πειθαρχία στο ένστικτο, στη σχέση της με τον πατέρα της μέσα στην τέχνη, στις αλλαγές που ήρθαν, ευτυχώς, ενάντια στις κακοποιητικές συμπεριφορές στον χώρο του θεάτρου, αλλά και στην αντίφαση του σύγχρονου κοινού που έχει ανάγκη να συγκινηθεί, να συνδεθεί, αλλά φοβάται τη σύνδεση, θυμίζοντάς μας πως το θέατρο είναι ζωντανός οργανισμός που απαιτεί παρουσία, γιατί στην καρδιά του βρίσκεται πάντα το εφήμερο.
Να τι μας είπαν οι άνθρωποι που δίνουν ενέργεια για να υπηρετήσουν το καλό θέατρο
Ο Νίκος Δαφνής, ο ιδρυτής του θεάτρου:
«Με αγώνα και αγωνίες, λίγο πριν τον τριακοστό χρόνο μας. Φαίνεται σαν ψέμα.
Κάτι που ξεκίνησε σαν “απονενοημένο διάβημα”, “salto mortale”, “ρίσκο”, “περιπέτεια”, “ακροβασία”, ή “αστείο” (μερικοί από τους χαρακτηρισμούς καλών φίλων) εξελίχθηκε σε έναν αξιόπιστο πολιτιστικό φορέα, από τους ελάχιστους που υπάρχουν σε μια πόλη που η σχέση της με τον πολιτισμό είναι σχεδόν εχθρική.
Το Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα παραμένει ένα σπίτι δημιουργίας με μακρόχρονη εμπειρία και βαθιά γνώση του θεάτρου, ανοιχτό όμως διαρκώς σε νέες φωνές και ιδέες. Είναι ένας χώρος που ενώνει γενιές καλλιτεχνών, που εμπιστεύεται τους νέους και δίνει βήμα στη φρεσκάδα και το ταλέντο τους.
Φέτος παρουσιάζουμε έργα που μιλούν για τον άνθρωπο, για τις σχέσεις, για το πώς αντέχουμε μέσα στον κόσμο.
Θέλουμε να συνεχίσουμε να προσφέρουμε ουσιαστικό θέατρο, που ψυχαγωγεί, συγκινεί και εμπνέει.
Ένα θέατρο που, ακόμα και κάτω απ’ τη γέφυρα, βλέπει πάντα το φως».
Η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου προσθέτει: «Κάθε χρόνο προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανή τη μαγεία της θεατρικής συνάντησης – εκείνη τη στιγμή που η σκηνή και το κοινό αναπνέουν μαζί.
Φέτος το θέατρό μας γεμίζει με ιστορίες που φωτίζουν το θάρρος, τη φιλία, τη μνήμη και την τρυφερότητα. Θέλουμε ο θεατής, είτε είναι παιδί είτε ενήλικας, να φεύγει με κάτι δικό του – ένα χαμόγελο, μια σκέψη, μια μικρή ελπίδα».