“Χορεύοντας στη Λούνασα”: Με την ματιά του απλού θεατή
«Το έργο δεν είναι απλώς μια οικογενειακή ιστορία. Είναι μια βαθιά ανθρώπινη απεικόνιση της καταπίεσης, της επιθυμίας για ζωή και της δύναμης της μνήμης.
Η παράσταση είναι σκηνοθετημένη με μαεστρία και ιδιαίτερη ακρίβεια από τον Νίκο Δαφνή. Τα 100 λεπτά της παράστασης κυλούν χωρίς να το καταλάβεις, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο όταν σκηνοθετείς ένα «ηθογράφημα» όπου η πλοκή έχει δευτερεύουσα σημασία.
Στην πολύ μικρή θεατρική σκηνή οι ηθοποιοί έχουν την αίσθηση όχι απλά ότι παίζουν δίπλα στο κοινό, αλλά μαζί με το κοινό. Παρόλα αυτά οι 8 πρωταγωνιστές κινούνται σε αυτόν τον μικρό χώρο με ιδιαίτερη ακρίβεια και άνεση και δίνουν καλοδουλεμένες και εξαιρετικές ερμηνείες που πραγματικά σε μεταφέρουν στο κλίμα της Ιρλανδίας της δεκαετίας του 1930.
…Κομβικό σημείο η σκηνή του χορού, όπου όλες οι γυναίκες αφήνονται αυθόρμητα στη μουσική. Η σκηνή αυτή λειτουργεί ως σύμβολο ελευθερίας και εσωτερικής έκφρασης. Μέσα από τον χορό, οι ηρωίδες ξεφεύγουν για λίγο από τα κοινωνικά δεσμά και εκφράζουν τα καταπιεσμένα τους συναισθήματα. Έτσι, ο χορός γίνεται μια μορφή αντίστασης απέναντι στην καταπίεση που βιώνουν. »
Διαβάστε ολόκληρη την κριτική εδώ
Είδαμε την παράσταση “Χορεύοντας στη Λούνασα” του Brian Friel
“…Σε ένα καταπληκτικό σκηνικό σε επίπεδα και με όλους τους απαραίτητους χώρους και τα σκηνικά αντικείμενα, καθώς και τα υπέροχα κοστούμια, που άρτια επιμελήθηκε η Ελένη Σουμή.
… Οι ηθοποιοί παίζουν κάθε λεπτό, δεν το χάνουν ποτέ και είναι πάντα ενεργοί στον ρόλο τους, με την παραμικρή κίνηση , βλέμμα και χειρονομία, ενώ μεταξύ του διαδρούν ανελλιπώς.
… Η παράσταση είναι τέλεια δομημένη από τον σκηνοθέτη Νίκο Δαφνή, έχει κυκλική πορεία. Οι ήρωες παρουσιάζονται στην αρχή και μετά στο τέλος εμφανίζεται ένας, ένας και αναφέρονται τα χαρακτηριστικά τους, ενώ μετά αναφέρεται η τύχη τους, πώς κατέληξαν, πώς ολοκλήρωσαν τη ζωή τους. Δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία και ασάφειες. Όλοι είναι εκεί για να προβληματίσουν ευχάριστά τον θεατή.
… Η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου, πέρα από τη μουσική επιμέλεια και τις χορογραφίες, εμψύχωσε την Κέιτ. Και τα δυο, η κίνηση και η προσωπικότητα της Κέιτ ρύθμισαν την ουσία της παράστασης.
Σημαντικοί οι φωτισμοί του Νίκου Μαυρόπουλος και της Ηλιάνας Νάντσιου.
Ένα έργο που δεν πρέπει να χάσετε.
Όπως είπα στην παράσταση το έργο μυρίζει θεατρικό σανίδι. Μοσχοβολά θέατρο.
Διαβάστε ολόκληρη την κριτική εδώ
Κριτική: Θέατρο κάτω απ’ τη Γέφυρα. Χορεύοντας στη Λούνασα: όταν η σιωπή γίνεται δράση.
” Δεν είναι εύκολο έργο το «Χορεύοντας στη Λούνασα».
Και σχεδόν ποτέ δεν ανεβαίνει σωστά.
Στο Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα, όμως, συμβαίνει.
Χωρίς εντυπωσιασμούς. Χωρίς φωνές.
Μόνο ρυθμός, σιωπή και υπόγεια ένταση.
Η σκηνή του χορού δεν είναι “όμορφη”. Είναι ρήξη.
Και η επιστροφή μετά – ακόμα πιο σκληρή.
… Ο ρυθμός της παράστασης δεν βασίζεται σε δράση, αλλά σε παύσεις. Και οι παύσεις εδώ δεν είναι αμηχανία· είναι εργαλείο. Είναι ο χώρος όπου το ανείπωτο αποκτά βάρος. Οι σχέσεις δεν εξηγούνται, δεν “παίζονται” προς τα έξω. Υπάρχουν υπόγεια, σχεδόν σωματικά, και αυτό δημιουργεί μια σταθερή, χαμηλής έντασης δόνηση που διαπερνά όλη την παράσταση.
… Η επιλογή του πίσω χώρου δεν είναι απλώς πρακτική — είναι δραματουργική. Η εγγύτητα ακυρώνει κάθε απόσταση ασφαλείας. Δεν υπάρχει σκηνή και πλατεία· υπάρχει κοινός χώρος. Και αυτό αναγκάζει τον θεατή να συμμετέχει, όχι να παρακολουθεί. Σε ένα έργο που μιλά για καταπίεση και ανεκπλήρωτη ζωή, αυτή η συνθήκη λειτουργεί καταλυτικά.
… Οι ερμηνείες λειτουργούν ως σύνολο, και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος. Δεν υπάρχουν “ρόλοι που ξεχωρίζουν” με τον εύκολο τρόπο. Υπάρχει ένα ενιαίο σκηνικό σώμα.
… Σε μια θεατρική πραγματικότητα που συχνά επιλέγει την υπερβολή για να καλύψει την αδυναμία, εδώ έχουμε το αντίθετο: μια παράσταση που επιλέγει τη λιτότητα γιατί ξέρει τι κάνει.
Διαβάστε την κριτική εδώ
Είδαμε και προτείνουμε: Χορεύοντας στη Λούνασα στο Θέατρο Κάτω απ’ τη γέφυρα
” Tο «Χορεύοντας στη Λούνασα» του Brian Friel, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα, είναι από εκείνα τα έργα που στηρίζονται λιγότερο στο γεγονός και περισσότερο στη μνήμη. Η παράσταση επιλέγει να κινηθεί ακριβώς σε αυτό το εύθραυστο πεδίο: ανάμεσα στην αναπόληση και στη σιωπηλή προαίσθηση μιας απώλειας που έρχεται.
… Η σκηνοθετική προσέγγιση κρατά χαμηλούς τόνους και φαίνεται να εμπιστεύεται το ίδιο το υλικό. Η παράσταση δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει αλλά να δημιουργήσει έναν ζωντανό μικρόκοσμο.
… Αυτό που λειτουργεί ιδιαίτερα δυνατά είναι η φυσικότητα των ηθοποιών.
… Ιδιαίτερα ξεχωρίζουν οι στιγμές όπου η μουσική και ο χορός εισβάλλουν στη σκηνή. Εκεί η παράσταση αλλάζει ρυθμό και αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: την ανάγκη των ηρώων να ξεφύγουν, έστω για λίγο, από τους περιορισμούς που τους περιβάλλουν. Η σκηνή του χορού γίνεται μια μικρή εξέγερση, μια στιγμή ζωής που αντιστέκεται στην καταπίεση και στην αναπόφευκτη φθορά.
Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση που χτίζεται σιγά σιγά και κερδίζει τον θεατή μέσα από την αλήθεια της. Δεν βασίζεται σε θεατρικές εντάσεις αλλά σε μια εσωτερική συγκίνηση που αναδύεται από τις σχέσεις και τις σιωπές. Το φινάλε αφήνει μια ήσυχη αλλά βαθιά επίγευση, σαν μια ανάμνηση που μένει μαζί σου λίγο περισσότερο απ’ όσο περίμενες. ”
Διαβάστε την κριτική εδώ
Είδαμε το “Χορεύοντας στη Λούνασα” – Κριτική της Παράστασης
« Ο Δαφνής προσεγγίζει το έργο με εμφανή διάθεση απογύμνωσης. Αποφεύγει τη λαογραφική αναπαράσταση και δημιουργεί έναν χώρο όπου το σπίτι των αδελφών είναι μεν ο χώρος δράσης, αλλά ταυτόχρονα και μια ψυχική κατάσταση. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στο έργο να αποκοπεί από το ιστορικό του πλαίσιο και να λειτουργήσει πιο καθολικά. Δεν βλέπουμε απλώς πέντε γυναίκες στην Ιρλανδία του ’30, αλλά ανθρώπους σε μια διαρκή εκκρεμότητα ανάμεσα στην επιθυμία και στον περιορισμό.
… Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Δαφνής φαίνεται να έχει δουλέψει με ιδιαίτερη επιμονή πάνω στη συλλογική ενέργεια του θιάσου. Οι ερμηνείες συμπληρώνονται, δημιουργώντας ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό γίνεται εμφανές κυρίως στις σκηνές όπου οι χαρακτήρες συνυπάρχουν χωρίς έντονη δράση. Εκεί, η παράσταση αποκτά τη μεγαλύτερη της δύναμη.
… Η σκηνή του χορού αποτελεί, όπως αναμενόταν, το αποκορύφωμα. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη εκδοχή δεν παρουσιάζεται ως εντυπωσιακό θέαμα, αλλά ως μια σχεδόν εσωτερική έκρηξη. Ο Δαφνής αποφεύγει την εξωστρέφεια και επιλέγει μια πιο «κλειστή» χορογραφία, καθώς είναι προϊόν μνήμης, όπου η ένταση προκύπτει από την ανάγκη των σωμάτων να εκφραστούν. Οι ηθοποιοί δεν χορεύουν για να δείξουν, αλλά για να απελευθερωθούν, και έτσι η καταπιεσμένη ενέργεια των αδελφών Μάντι εκρήγνυται, και σχεδόν ξεπερνά τα όρια του εσωτερικού χώρου. Και αυτή η διαφορά είναι καθοριστική.
… Συνολικά, η παράσταση «Χορεύοντας στη Λούνασα» στο Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα είναι μια βαθιά συγκινητική αποτύπωση της οικογενειακής ζωής, μια εμπειρία που δουλεύει αργά, σχεδόν υπόγεια. Μετά το τέλος της, κάτι παραμένει. Μια εικόνα, μια αίσθηση, ίσως ένας απόηχος εκείνου του χορού, της ανάγκης για έκφραση και ελευθερία.»
Είδαμε την παράσταση «Χορεύοντας στη Λούνασα» στο ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ!
“Η σκηνοθεσία του Νίκου Δαφνή επιλέγει μια λιτή και εστιασμένη προσέγγιση, αξιοποιώντας δημιουργικά τον περιορισμένο σκηνικό χώρο. Η παράσταση αναδεικνύει την εσωτερικότητα των χαρακτήρων και την ένταση των μεταξύ τους σχέσεων, χωρίς περιττές σκηνοθετικές υπερβολές.
… Ιδιαίτερο ρόλο στην παράσταση παίζει η μουσική και η κίνηση. Η μουσική επιμέλεια και οι χορογραφίες της Κωνσταντίνας Σαραντοπούλου λειτουργούν ως βασικός αφηγηματικός άξονας, αποτυπώνοντας με ένταση το ξέσπασμα των καταπιεσμένων συναισθημάτων των ηρώων. Οι στιγμές του χορού αποτελούν τις πιο ζωντανές και συγκινητικές κορυφώσεις της παράστασης, εκεί όπου η αυστηρή κοινωνική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της στιγμιαίας ελευθερίας.
… Το σύνολο του θιάσου
καταφέρνει να μεταδώσει την αίσθηση μιας οικογένειας που παλεύει να διατηρήσει την ισορροπία της μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει. Πολλά συγχαρητήρια για τις υπέροχες ερμηνείες και την μοναδική χημεία επί σκηνής στους πρωταγωνιστές της παράστασης.
… Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» είναι ένα έργο που μιλά για τη μνήμη, την απώλεια αλλά και για τις μικρές στιγμές ελευθερίας που δίνουν νόημα στη ζωή. Η συγκεκριμένη σκηνική προσέγγιση καταφέρνει να αναδείξει τη λεπτή μελαγχολία και την ανθρωπιά του έργου, προσφέροντας στο κοινό μια παράσταση τρυφερή, στοχαστική και ουσιαστική. Σε μια εποχή όπου η ταχύτητα της καθημερινότητας συχνά δεν αφήνει χώρο για περισυλλογή, η παράσταση αυτή θυμίζει ότι ο χορός, η μουσική και η μνήμη μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως μικρές πράξεις αντίστασης απέναντι στους περιορισμούς της ζωής.
Μην χάσετε την σπουδαία αυτή θεατρική δουλειά, σπεύστε κάθε Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 20:00 στο Θέατρο Κάτω Από τη Γέφυρα!
“Καλούμε τους θεατές να παρακολουθήσουν δύο μέρες από τη ζωή της οικογένειας Μάντυ”
« Στον ατμοσφαιρικό Πίσω Χώρο του θεάτρου, καλούμε τους θεατές να παρακολουθήσουν δύο μέρες από τη ζωή της οικογένειας Μάντυ. Πέντε γυναίκες, βαθιά καταπιεσμένες από τις κοινωνικές συνθήκες της επαρχιακής Ιρλανδίας, που ενδόμυχα αναζητούν την έκφραση και την ελευθερία. Ένας άντρας που γνώρισε την απόλυτη ελευθερία και του την πήραν πίσω βίαια.
Ένας νέος, που δεν άφησε ποτέ τα πόδια του να βγάλουν ρίζες και καβαλά την ζωή σαν κύμα. Όλα αυτά μέσα από τα μάτια και τις αναμνήσεις ενός παιδιού που κατάφερε να αποδράσει από το μέρος που εγκλωβίστηκαν οι προηγούμενες γενιές.
… Υποδύομαι την Κρις. Την νεαρότερη αδελφή του σπιτιού, η οποία έφτασε πιο κοντά από όλες στο να κάνει την επανάσταση της, όμως οι καρποί που απέδωσε αυτή η επανάσταση ήταν γλυκόπικροι.
… Πολλές φορές ο κύριος Δαφνής λειτούργησε ως δάσκαλος εκτός από σκηνοθέτης. Ήταν σπουδαίο για μένα αυτό στα πρώτα μου βήματα μετά την αποφοίτηση. Έχει ξεκάθαρο όραμα και βαθιά γνώση της τέχνης που παλεύουμε να κάνουμε, κάτι που σπανίζει στις μέρες μας.
… Η κάθε παράσταση έχει το μοναδικό της αποτύπωμα να προσφέρει στους ανθρώπους που επιλέγουν να επενδύσουν τον χρόνο τους σε αυτή. Επιτυχία είναι να υποστηρίζουμε αυτή τη μοναδικότητα.»
Θεατρίζομαι: Χορεύοντας στη Λούνασα
Το έργο του Brian Friel, σε μετάφραση Νίκου Χουρμουζιάδη, φέρνει στη σκηνή ο κύριος Νίκος Δαφνής, ο οποίος υπογράφει τη σκηνοθεσία. Αυτό που θα παρατηρήσετε, παρακολουθώντας την παράσταση, είναι πως το σύνολο των ηθοποιών (οκτώ) βρίσκεται στον χώρο εκ περιτροπής, καταφέρνοντας να μην στριμώχνεται και να κάνει τη δράση να καλπάζει, με κάθε ατάκα ή/και κίνηση. Η σκηνική οξύνοια υπαγόρευσε και η εκτέλεση έγινε σχεδόν κλινικά. Οι ηθοποιοί είτε θα κάθονται είτε θα κινούνται. Κανείς δεν μένει όρθιος και στατικός και αυτό είναι που κερδίζει την παρτίδα στο έργο. Μαζί με το ίδιο το έργο φυσικά.
Οι πρωταγωνίστριες κινούνται και μιλούν σαν η πλέον καλοκουρδισμένη μηχανή. Οι στιχομυθίες είναι αριστοτεχνικές, οι μεταξύ τους χειρονομίες δείχνουν απόλυτη φυσικότητα και η όλη κίνησή τους παρασύρει τον θεατή στο ταξίδι, αποκαλύπτοντας μία διάδραση «τρίτου τύπου», με όλα τα θετικά για μία απολαυστική παρακολούθηση του δρώμενου. Συν τοις άλλοις, η ιρλανδική «πλευρά», με το αίμα που κοχλάζει, τις μελωδίες και τις εντάσεις που δεν φείδονται λόγων ή τα λόγια που δεν φείδονται εντάσεων, αν θέλετε, φωτογραφίζουν την οικογένεια και την καθημερινότητά της.
Οι κύριοι διασκορπίζονται και ακροβολίζονται στους ρόλους τους. Όλοι τους στέκονται το ίδιο εντυπωσιακά με τις κυρίες και χρωματίζουν το έργο με τρόπο που μένει στον θεατή. Η σκηνή που το ζευγάρι χορεύει ενώ οι έτερες αδελφές παρακολουθούν από το παράθυρο… Μία από τις πιο όμορφες σκηνές που θα δείτε και πιστέψτε με, δεν είναι η μόνη. Εντελώς το αντίθετο! Πέρα από το ιδανικό της αισθητικής άποψης, κάθε σκηνή είναι και μία γροθιά στο στερεότυπο της πατριαρχικής κοινωνίας.
Εντυπωσιακή κινησιολογία (τα εύσημα στην κυρία Σαραντοπούλου, η οποία επιμελήθηκε και τις χορογραφίες, όπως και τη μουσική), συνεχής ροή και μία παράσταση που δεν εμπεριέχει την κάθαρση αυτή καθαυτή, αλλά κάνει κάτι κινηματογραφικό, το οποίο μου αρέσει ιδιαίτερα. Αφήνει όλους τους ήρωες και όλες τις ηρωίδες σε ένα χωροχρονικό σημείο. Αυτά που έχουν συμβεί, καλώς ή κακώς έχουν συντελεστεί. Η επόμενη ώρα, η επόμενη μέρα, είναι και το επόμενο θέμα για συζήτηση, από τη στιγμή που θα βγούμε από την αίθουσα.
Θα πήγαινα ευχαρίστως να την ξαναδώ. Ο χώρος, οι ηθοποιοί, οι συντελεστές, η υπέροχη κυρία που μας υποδέχτηκε στην είσοδο και φρόντισε να διεξαχθεί τόσο ομαλά η όλη διαδικασία, το «εισαγωγικό σημείωμα» του κυρίου Νίκου Δαφνή, που μας έκανε να γελάσουμε και να προσηλωθούμε σε εκείνο που ερχόταν… Νομίζω πως θα ήταν μια καλή ιδέα να μετονομασθεί το θέατρο σε «Αγκαλιά Κάτω απ’ τη Γέφυρα».
Περί Θεάτρου – Γράφει ο Γιάννης Γαβρίλης για την παράσταση “ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΛΟΥΝΑΣΑ” του Μπράιαν Φρίελ σε σκηνοθεσία του Νίκου Δαφνή στο Θέατρο Κάτω από την Γέφυρα
« Ο κ. Δαφνής εδώ, δεν σκηνοθετεί με τον τυπικό ορισμό της σκηνοθεσίας. Ξεπερνάει το ‘’τυπικό’’ και στην κυριολεξία απογείωσε το έργο, προσδίδοντας του την γοητεία, την δυναμική, την βακχεία που το χαρακτηρίζει. Ανέτρεψε τα σκηνοθετικά στεγανά, πρόβαλλε συνειδητά τους χυμούς και τα αρώματα (ακόμη και τις ρωγμές του) που το χαρακτηρίζουν, εκεί στον ‘’Πίσω Χώρο’’ του θεάτρου του, φέρνοντάς με κατανοητό, πρωτότυπο σκηνοθετικά και με έξυπνες λύσεις, μια διαρκή ενέργεια, έναν συνεχή ρυθμό, αυτή την πραγματική ύπαρξη που ο Μπράιαν Φρίελ καταθέτει και μέσα από τις όποιες οδηγίες του.
Ας μου επιτραπεί να γράψω, πως αυτή η παράσταση που παρακολούθησα, είναι από τις ελάχιστες (και σκηνοθετημένες από καθιερωμένους σκηνοθέτες), που με κράτησε, με συγκίνησε, με έκανε να νοιώσω αυτή την (δυστυχώς) σπάνια πληρότητα που προσφέρει μια θεατρική παράσταση στον θεατή της.
… Ευτυχήσαμε να δούμε ικανότατες ερμηνείες και να παρατηρήσουμε το δύσκολό του να παίρνει μορφή, πόσο μάλλον θεατρική αξία, η υποκριτική συλλογικότητα, καθώς εκ του έργου απορρέων, όλοι / ες οι χαρακτήρες – ήρωες είναι εξαρτώμενοι και συμπάσχοντες, και αντιδρούν πάντα σε σχέση με τον έχοντα απέναντι του. Υπάρχει (εκ του έργου) η αλληλεξάρτηση, η ‘’πάσα’’ που παίρνει ο ηθοποιός από τον συνάδελφό του. Και έτσι δημιουργήθηκε η όλη ατμόσφαιρα και δυναμική, της παράστασης.
… Μια παράσταση που επιβάλλεται, μεταφέρει με πιστότητα την εποχή της δεκαετίας του 30, που ‘’βακχίζεται’’ και αναδεικνύει με ενέργεια και ένταση το θεατρικό αυτό έργο του Μπράιαν Φρίελ. »
Ο Νίκος Δαφνής σκηνοθετεί το τρυφερό έργο “Χορεύοντας στη Λούνασα”, που μιλά για την ανάγκη της αγάπης, της ελευθερίας και της επιθυμίας να ζήσουμε έστω και για λίγο κόντρα στους περιορισμούς της ζωής.
Το “Χορεύοντας στη Λούνασα” του Μπράιαν Φρίελ είναι ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της σύγχρονης παγκόσμιας δραματουργίας και ζωντανεύει στον “Πίσω Χώρο”, τη λιλιπούτεια πειραματική σκηνή του Θεάτρου Κάτω απ’ τη Γέφυρα, σε σκηνοθεσία του Νίκου Δαφνή (από 21/2). Γραμμένο το 1990, το έργο παρουσιάστηκε αρχικά στο Abbey Theatre του Δουβλίνου και στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου, όπου βραβεύτηκε ως το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς, καθιερώνοντας τον Friel ως έναν από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα.